ξένιος

ξένιος, ά, ον связанный с приемом гостей, гостеприимный (> ξένια подарки гостям и сопровождающие их небольшие стихотворения, эпиграммы)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ξένιος" в других словарях:

  • ξένιος — ξένιος, ία, ον, αττ. τ. ξένιος, ον, ιων. τ. ξείνιος, ία, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε φίλο ή ξένο ή σε φιλία ή φιλοξενία 2. ξένος 3. (το αρσ. ως κύριο όν.) Ξένιος α) προσωνυμία τού Διός, ως προστάτη τών ξένων και τών φίλων και… …   Dictionary of Greek

  • ξένιος — belonging to friendship and hospitality masc nom sg ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ξένιος — belonging to friendship and hospitality masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξένιος — α, ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους ξένους ή στη φιλοξενία. 2. ως κύρ. όν., Ξένιος επίθ. του Δία: Ξένιος Δίας (ως προστάτης των ξένων) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ξένιος Ζευς — Επίθετο που δινόταν στο Δία επειδή, όπως και την Αθηνά, τον θεωρούσαν προστάτη των ξένων και τιμωρό εκείνων που παραβίαζαν την ιδιότητα του ιερού και απαραβίαστου που προστάτευε κάθε ξένο …   Dictionary of Greek

  • ξείνιον — ξένιος belonging to friendship and hospitality masc acc sg (epic ionic) ξένιος belonging to friendship and hospitality neut nom/voc/acc sg (epic ionic) ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem acc sg (epic ionic) ξένιος belonging… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξένιον — ξένιος belonging to friendship and hospitality masc acc sg ξένιος belonging to friendship and hospitality neut nom/voc/acc sg ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem acc sg ξένιος belonging to friendship and hospitality neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεινίων — ξένιος belonging to friendship and hospitality fem gen pl (epic ionic) ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/neut gen pl (epic ionic) ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem/neut gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξενίων — ξένιος belonging to friendship and hospitality fem gen pl ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/neut gen pl ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεινίοισι — ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεινίου — ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/neut gen sg (epic ionic) ξένιος belonging to friendship and hospitality masc/fem/neut gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.